6 Δεκεμβρίου 2021
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την αίτηση ακύρωσης που άσκησε το γραφείο μας, κρίνοντας ότι:
«από τις διατάξεις … του άρθρου 4 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης (με αριθμ. 70280/2012, ΦΕΚ Β2349/ 23.8.2012, απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί του «Τρόπου Διενέργειας διαγωνισμού Συμβολαιογράφων») συνάγεται ότι κατά την βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων των διαγωνιζομένων υποψηφίων συμβολαιογράφων … οι τρεις βαθμολογητές οφείλουν να αξιολογήσουν και βαθμολογήσουν διακεκριμένα, αφενός το πρακτικό θέμα, και αφετέρου κάθε ερώτημα θεωρητικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το πρακτικό που έχει συντάξει η Κεντρική Επιτροπή του διαγωνισμού. Η πρόβλεψη δε αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση της αντικειμενικής αξιολόγησης των υποψηφίων και αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας βαθμολόγησης των γραπτών δοκιμίων.
…Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα προβάλλει ότι, κατά την βαθμολόγηση του γραπτού της στα θέματα του Εμπορικού Δικαίου δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία, που συνίσταται στην υποχρέωση κάθε βαθμολογητή να βαθμολογήσει ξεχωριστά κάθε απάντησή της σε καθένα από τα θεωρητικά ερωτήματα, καθόσον καθένας τούτων βαθμολόγησε τις απαντήσεις της στα τέσσερα υποερωτήματα του δεύτερου θεωρητικού ερωτήματος ενιαίως με ένα συνολικό βαθμό. …Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην 4η σκέψη ως προς την έννοια των διατάξεων του άρθρου 4 της 70280/2012 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθένας από τους τρεις βαθμολογητές όφειλε να δώσει διακεκριμένη βαθμολογία επί των απαντήσεων που έδωσε με το γραπτό δοκίμιό της η αιτούσα σε έκαστο των τεσσάρων υποερωτημάτων …σύμφωνα με το πρακτικό της Κεντρικής Επιτροπής. Και τούτο διότι η Κεντρική Επιτροπή μέσω του επιμερισμού της βαθμολογίας σε κάθε ένα από τα τέσσερα υποερωτήματα κατέστησε έκαστο αυτών αυτοτελές ερώτημα, κατά την έννοια του νόμου, στο οποίο ο καθένας εξεταστής έπρεπε να δώσει ξεχωριστή βαθμολογία. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως ακυρώσεως, και η υπόθεση να αναπεμφθεί στην Διοίκηση για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες».